Η «Εμιγκρενιάδα» αποτελεί ένα εκρηκτικό ποιητικό σώμα όπου η γλώσσα λειτουργεί ως μέσο αναπαράστασης και μηχανισμός απογύμνωσης της μεταπολιτευτικής και ύστερης νεοφιλελεύθερης πραγματικότητας. Ο αναγνώστης σαν θεατής σε ιστορικό ντοκιμαντέρ συναντά εμπορευματοποιημένα σώματα, πολιτισμικά απολιθώματα και εξουσιαστικά κατάλοιπα. Η γλώσσα αποκαλύπτει το καθεστώς γενικευμένης παρακμής και παραλόγου. Το σώμα εγγράφει την εκμετάλλευση, την επιθυμία, το ιστορικό τραύμα· αφηγείται την εμπειρία της μετανάστευσης και αποξένωσης, και κατασκευάζει έναν αντι-χώρο όπου η γλώσσα καθίσταται πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στο ιδιωτικό και στο συλλογικό, στο ιερό και στο βέβηλο, αποτυπώνοντας με ωμότητα και ειρωνεία τη βίαιη ρευστότητα της σύγχρονης ελληνικής (και παγκοσμιοποιημένης) εμπειρίας.










