Κι ήταν, νομίζω, εκείνη η στιγμή, που στεκόμουν στο κατώφλι, ακριβώς στο άνοιγμα της πόρτας, τότε που συνειδητοποίησα πόσο αλλιώτικος είναι ο δικός μας κόσμος, ο κόσμος που μας γέννησε, και πόσο διαφορετικός από αυτόν εκεί έξω, πόσο πολύ έχουν ξεχωρίσει οι δυο τους, που πια κανείς δεν μπαίνει και κανείς δεν βγαίνει. Παράξενο πώς δουλεύει το κουρασμένο μυαλό μου, αλλά το θυμάμαι, και θυμάμαι ότι, ακριβώς μόλις στάθηκα κάτω από το πρέκι, ένιωσα πάνω μου το βλέμμα δυο θεών, δυο θεών που πρώτη φορά συναντιούνταν και δεν είχαν γνωριστεί ποτέ, και το ένα ήταν τρυφερό και γεμάτο αγάπη και το άλλο παγερό, αδιάφορο, χλευαστικό. Μόνο που δεν κατάλαβα ποιο ήταν ποιο, κι αυτό είναι που με φοβίζει περισσότερο απ’ όλα.










