Ο συρμός μπαίνει στον σταθμό του Ντύσσελντορφ. Αυτό ήταν. Φτάσαμε, συλλογιέται, και πιάνει τον εαυτό της να μη νιώθει τίποτα. Μήτε λύπη, μήτε χαρά. Μονάχα μια εξάντληση, ένα συναισθηματικό άδειασμα. Όλο το μέσα της είχε συρρικνωθεί, είχε στεγνώσει. Καινούργια ζωή, σκέφτηκε, δεν τη μέλλει όμως πώς θα είναι, αρκεί που θα σμίξει με τη φαμίλια της. Μόνο αυτό. Στην αποβάθρα κόσμος πολύς, χαλασμός. Ξαφνικά, σα να ξυπνάει από λήθαργο, την πιάνει μια αγωνία, καθώς ψάχνει με τα μάτια ανήσυχα μπρος πίσω να δει τον άντρα της. Τρία χρόνια έχει να τον δει, έχει ξεσυνηθίσει τους έρωτες, τον ντρέπεται. Θα πρέπει να ξεκινήσουν πάλι από την αρχή, σκέφτεται. Δεν τον βλέπει πουθενά. Απόγνωση. Τι θα κάνω, Θεέ μου, αν δεν έρθει; “Καλώς τηνε κι ας άργησε”. Την αγκαλιάζει. Αιφνιδιάζεται. Τα χέρια της πεσμένα κάτω, ξερά, σιγά σιγά, δισταχτικά, σηκώνονται, αγγίζουν την πλάτη του. Δυο σώματα που θα ξαναγνωριστούν απ’ την αρχή. Δυο νέοι άνθρωποι, δυο μετανάστες, αγκαλιασμένοι άγαρμπα στην αποβάθρα.










